00:00:00/ —
Η ρυμοτομική απαλλοτρίωση αποτελεί τη διαδικασία με την οποία ιδιωτικά ακίνητα ή τμήματά τους καταλαμβάνονται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (δρόμων, πλατειών) κατά την εφαρμογή του σχεδίου πόλης. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του Συντάγματος, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, επέρχεται μεταβολή της κυριότητας.
Υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης είναι ο Δήμος και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δηλαδή όσοι έχουν ακίνητα με πρόσωπο σε δρόμους ή πλατείες που προβλέπονται από το σχέδιο πόλης. Η πράξη αναλογισμού καθορίζει τα ρυμοτομούμενα τμήματα προς αποζημίωση, τους ιδιοκτήτες που θα καταβάλουν την αποζημίωση και το ποσοστό επιβάρυνσής τους για την απαλλοτρίωση οικοπέδων που δεσμεύονται για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης. Όταν από την επιβολή της απαλλοτρίωσης παρέλθει μακρό χρονικό διάστημα χωρίς να συντελεστεί με την καταβολή ή παρακατάθεση της αποζημίωσης, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την άρση της απαλλοτρίωσης, καθώς η διατήρησή της προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία της ιδιοκτησίας.
Η παρακατάθεση συμπληρωματικής αποζημίωσης μετά από δικαστική απόφαση αποτελεί συνήθη διαδικασία όταν το δικαστήριο καθορίσει διαφορετική (συνήθως υψηλότερη) τιμή μονάδας από την αρχικά υπολογισθείσα, και ο Δήμος οφείλει να καταβάλει τη διαφορά για την ολοκλήρωση της νόμιμης διαδικασίας.