Η διάβρωση των ακτών αποτελεί ορατή έκφραση μιας βαθύτερης ανισορροπίας στο παράκτιο σύστημα, όπου η θάλασσα, τα κύματα, τα ιζήματα, οι ποταμοί, οι κατασκευές και η κλιματική αλλαγή παύουν να βρίσκονται σε ισορροπία. Επιστημονικές εργασίες καταγράφουν ότι περίπου το 28% της ελληνικής ακτογραμμής υφίσταται διάβρωση, με γενικούς ρυθμούς οπισθοχώρησης της τάξης των 0,3 έως 0,5 μέτρων τον χρόνο. Το πρόγραμμα της ESA για την παρακολούθηση των παράκτιων αλλαγών στην Ελλάδα έδειξε ότι, στο διάστημα 1995–2020, σχεδόν 10% των ακτών που μελετήθηκαν εμφάνισε διάβρωση μεγαλύτερη από 3 μέτρα ανά έτος.
Στο Ξυλόκαστρο και σε άλλες περιοχές του Κορινθιακού Κόλπου, η θάλασσα προχωρά απειλητικά, καταπίνοντας παραλίες και υποδομές. Η διάβρωση στην Ελλάδα είναι το αποτέλεσμα της σύγκλισης φυσικών διεργασιών και ανθρωπογενούς πίεσης - από τη μία πλευρά, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η δράση των κυμάτων, οι καταιγίδες και οι μεταβολές στην παράκτια κυκλοφορία εντείνουν την αστάθεια, ενώ από την άλλη, οι λιμενικές κατασκευές, η δόμηση πάνω ή δίπλα στο παράκτιο μέτωπο, η ευθυγράμμιση και φραγή ποταμών, τα φράγματα και η διακοπή της τροφοδοσίας των ακτών με ίζημα αφαιρούν από τις παραλίες το ίδιο το υλικό που τις συντηρεί.
Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας διαμορφώνει σχέδιο νόμου για τη διαδικασία απλοποίησης και αδειοδότησης έργων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της διάβρωσης των ακτών, με πρόβλεψη θεσμοθέτησης απλοποιημένης διαδικασίας κατασκευής τεχνικών έργων στον αιγιαλό και την παραλία. Διατίθενται κρατικά κονδύλια ύψους άνω των 726 εκατ. ευρώ για την πρόληψη και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμυρών που συνδέονται με το κλίμα, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης της διάβρωσης των ακτών και του εδάφους. Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο που καθορίζει τους κανόνες στην παράκτια ζώνη είναι ο Νόμος 2971/2001 "Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις".