Κύρια ζητήματα:
Τα διατηρητέα κτίρια αποτελούν μέρος της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς που προστατεύεται από το άρθρο 24 του Συντάγματος. Μεμονωμένα κτίρια ή συγκροτήματα μπορούν να χαρακτηριστούν ως διατηρητέα λόγω των ιδιαίτερων μορφολογικών και αρχιτεκτονικών στοιχείων τους καθώς επίσης λόγω της ιστορικής τους αξίας. Βασικό νομικό κείμενο που ρυθμίζει τα διατηρητέα είναι ο Ν. 3028/2002, ενώ για επεμβάσεις απαιτείται θετική γνωμοδότηση του αρμοδίου Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής. Το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων (ΚΣΝΜ) αποτελείται από δεκαπέντε μέλη και στην αρμοδιότητά του ανήκουν θέματα που αφορούν στην προστασία νεότερων μνημείων.
Η αποκατάσταση διατηρητέων κτιρίων περιλαμβάνει πολύπλοκες διαδικασίες. Υποβάλλονται στο Υπουργείο υποχρεωτικά όλες οι μελέτες, που αφορούν κάθε επέμβαση (από βαφή μέχρι ανακατασκευή) σε διατηρητέα κτίρια. Σύμφωνα με τη νομοθεσία εάν το κτίριο είναι χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο και κρίνεται επικινδύνως ετοιμόρροπο δίνεται άδεια για την εκτέλεση εργασιών που καλύπτουν ένα πλήρες φάσμα από επισκευές έως την πλήρη ανακατασκευή, αλλά δεν επιτρέπεται η κατεδάφιση του διατηρητέου και σε καμία περίπτωση δεν αποχαρακτηρίζεται.
Ο νόμος 4412 του 2016 ορίζει το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών, υπηρεσιών και μελετών. Ο ν. 4412/2016 βελτίωσε πολύ το παλιότερο ρυθμιστικό πλαίσιο αλλά οι περισσότερες από τις δυσλειτουργίες που οδηγούν σε καθυστερήσεις, ακυρώσεις διαγωνισμών και υπερκοστολογήσεις εξακολουθούν να επιβιώνουν. Οι προσφυγές και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες συχνά προκαλούν σημαντικές χρονικές καθυστερήσεις στα δημόσια έργα, συμπεριλαμβανομένων των έργων αποκατάστασης διατηρητέων κτιρίων.