00:00:00/ —
Έγκριση μη άσκησης έφεσης-αναίρεσης. Εγκρίθηκε ομόφωνα.
Η έφεση και η αναίρεση αποτελούν ένδικα μέσα που επιτρέπουν την προσβολή δικαστικών αποφάσεων. Με την έφεση, ο διάδικος που ηττήθηκε προβάλλει ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έχει νομικά ή ουσιαστικά σφάλματα και ζητεί να δικασθεί ξανά η υπόθεση, ενώ όταν ασκηθεί έφεση, η υπόθεση δικάζεται σε δεύτερο βαθμό και εξαρχής, από το αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το δικαίωμα εφέσεως κατά των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί πτυχή θεμελιώδους δικαιώματος, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20§1 του Συντάγματος της Ελλάδας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 14§1 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων.
Η αναίρεση είναι ένδικο μέσο ανώτερου βαθμού που ασκείται ενώπιον του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σκοπός της αναίρεσης, εκτός από τη διόρθωση δικαστικών σφαλμάτων, είναι η ενοποίηση της νομολογίας, η εξασφάλιση με άλλα λόγια της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου από όλα τα δικαστήρια. Όταν ένας δήμος είναι διάδικος σε δικαστική υπόθεση, η απόφαση για άσκηση ή μη έφεσης ή αναίρεσης λαμβάνεται από τα αρμόδια όργανα του δήμου, συνήθως τη Δημοτική Επιτροπή, αφού εκτιμηθούν οι πιθανότητες επιτυχίας, το κόστος και οι συνέπειες για τον δήμο.
Η απόφαση μη άσκησης ενδίκου μέσου σημαίνει ότι ο δήμος αποδέχεται την υφιστάμενη δικαστική απόφαση, η οποία καθίσταται τελεσίδικη μετά την παρέλευση των νόμιμων προθεσμιών.
Δεν υπάρχουν τοποθετήσεις ομιλητών